Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Οι γυναίκες «εξελίσσονται» για να γεννούν σε μεγάλη ηλικία




ΛΟΝΔΙΝΟ. Βρετανοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής που έχει δημιουργήσει την τάση σε πολλές γυναίκες να αργούν να κάνουν παιδιά έχει πάρει εξελικτική μορφή.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, καθώς όλο και περισσότερες γυναίκες αργούν να κάνουν παιδιά, τελικά θα κυριαρχήσουν εκείνες που διαθέτουν γονίδια γονιμότητας που επιτρέπουν την κύηση σε μεγάλη ηλικία.

Οι γυναίκες αυτές θα περνούν πλέον τα «μακράς γονιμότητας» γονίδια στα παιδιά τους με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα όρια γονιμότητας στις επόμενες γενιές και οι γυναίκες να είναι γόνιμες ακόμη και στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους.

Την έρευνα πραγματοποίησαν επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ και κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό μελετώντας σημερινά δεδομένα και συγκρίνοντάς τα με αντίστοιχα στοιχεία του 18ου και του 19ου αιώνα.

http://www.tovima.gr

Περπάτησε ξανά, με τα βιονικά πόδια


Χάρη στη συσκευή Ρεξ ένας παράλυτος από τη Νέα Ζηλανδία περπάτησε σαν από θαύμα

ΛΟΝΔΙΝΟ Βιονικά πόδια επαναστατικής τεχνολογίας τον βοήθησαν να σηκωθεί από το αναπηρικό καροτσάκι, να σταθεί και πάλι όρθιος και να περπατήσει- έστω σε αργή κίνηση. Πριν από πέντε χρόνια, όταν ο Χέιντεν Αλεν τραυματίστηκε σοβαρά στον σπόνδυλο σε τροχαίο με τη μοτοσικλέτα του, οι γιατροί του είχαν πει ότι δεν θα περπατούσε ποτέ ξανά.

Αλλά σήμερα, χάρη σε ένα προϊόν που αναπτύχθηκε από εταιρεία της Νέας Ζηλανδίας, ο Χέιντεν έκανε το ακατόρθωτο. Πρόκειται για τα βιονικά πόδια που στηρίζουν τον παράλυτο σε όρθια θέση. Με τη χρήση λογισμικού, που ελέγχει μέσω χειριστηρίου ο ίδιος ο ασθενής, μπορεί να περπατά μπροστά και στο πλάι και να ανεβοκατεβαίνει σκαλοπάτια.

Η συσκευή, που λέγεται «Ρεξ», ζυγίζει 38 κιλά και κατασκευάζεται ειδικά για τον κάθε ασθενή. Λειτουργεί με επαναφορτιζόμενη μπαταρία μεγάλης διάρκειας. « Τα βιονικά πόδια μου έδωσαν νέα ζωή... μπορώ να δουλεύω και επιτέλους μπορώ να μιλώ στους άλλους όρθιος» λέει ο Χέιντεν.

Είναι από τους πρώτους ασθενείς στους οποίους δοκιμάζεται το προϊόν, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει στη διεθνή αγορά στα μέσα του 2011.

Οι βρετανοί μηχανολόγοι Ρίτσαρντ Λιτλ και Ρόμπερτ Αϊρβινγκ δεν πίστευαν ότι η ιδέα που συνέλαβαν και σημείωσαν πρόχει ρα πριν από επτά χρόνια σε μια παμπ θα γινόταν πραγματικότητα. Επεξεργάστηκαν όμως το σχέδιό τους με προσοχή και ίδρυσαν μια εταιρεία βιοτεχνολογίας στο Οκλαντ της Νέας Ζηλανδίας από την οποία θα διατίθεται ο Ρεξ, πάντοτε κατόπιν ειδικής παραγγελίας, στην τιμή των 117.000 ευρώ.

« Ο καταλύτης για να ασχοληθούμε σοβαρά με τον Ρεξ ήταν το γεγονός ότι πριν από κάποια χρόνια ο Ρόμπερτ διαγνώστηκε με σκλήρυνση κατά πλάκας. Επιπλέον, οι μητέρες και των δυο μας βρίσκονται σε αναπηρική καρέκλα, συνεπώς γνωρίζαμε τι εμπόδια αντιμετωπίζουν για να μετακινηθούν » λέει ο Ρίτσαρντ Λιτλ.

Οπως εξηγεί ο νεοζηλανδός νευρολόγος και ειδικός σε ζητήματα μυϊκής δυστροφίας Ρίτσαρντ Ρόξμπεργκ, για πολλούς από τους ασθενείς του « ο Ρεξ αντιπροσωπεύει την πρώτη φορά, έπειτα από πολλά χρόνια, που θα μπορέσουν να σταθούν όρθιοι και να περπατήσουν ξανά.

Υπάρχουν προφανή οφέλη τόσο σε ζητήματα κινητικότηταςόσο και κοινωνικής επανένταξης και αυτοεκτίμησης, ενώ θα μειώνονται οι επιπλοκές που συνοδεύουν τη συνεχή χρήση αναπηρικής καρέκλας ».

« Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ξαναείδα τα πόδια μου να κινούνται. Ο κόσμος μου λέει να κοιτάζω μπροστά μου όταν περπατάω, αλλά δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από τα πόδια μου...» λέει ο Αλεν.

http://www.tovima.gr

Η μουσική ακονίζει τον εγκέφαλο


Η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου ωφελεί την ομιλία, την ανάγνωση και την πρόσληψη ξένων γλωσσών


ΛΟΝΔΙΝΟ Η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου προκαλεί αλλαγές στον εγκέφαλο οδηγώντας βαθμηδόν σε μια σειρά οφέλη όπως η μεγαλύτερη δυνατότητα μάθησης και η καλύτερη κατανόηση της γλώσσας, σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο, το οποίο δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Νature Reviews Νeuroscience».

Το άρθρο αναφέρεται σε σειρά μελετών από τις οποίες προέκυψε ότι οι εγκεφαλικές συνδέσεις οι οποίες δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της μουσικής εκπαίδευσης παίζουν ενισχυτικό ρόλο σε άλλες μορφές επικοινωνίας, όπως η ομιλία, η ανάγνωση αλλά και η κατανόηση-πρόσληψη ξένων γλωσσών.

« Κατά τρόπο αντίστοιχο με τη σωματική άσκηση και τα ευεργετικά αποτελέσματά της στον οργανισμό, η μουσική ασκεί τον εγκέφαλο και τον κρατά σε φόρμα » λένε οι ερευνητές Νina Κraus και Βharath Chandrasekeran του Πανεπιστημίου Νorthwestern στο Ιλινόι των ΗΠΑ και προσθέτουν ότι «θα πρέπει να επανεξετασθεί ο ρόλος της μουσικής στην προσωπική ανάπτυξη των παιδιών» και ότι «τα σχολεία θα πρέπει να καταβάλουν προσπάθειες ενσωμάτωσης της μουσικής εκπαίδευσης στο πρόγραμμά τους».

Τα βασικά ευρήματα που παρουσιάζονται στο άρθρο και τα οποία οδηγούν τους επιστήμονες να κάνουν αυτού τους είδους τις συστάσεις είναι πολλά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια μελέτη, η οποία κατέδειξε ότι όταν οι πιανίστες ακούνε μουσική εμφανίζουν ενισχυμένη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αντίληψη των ήχων, σε σχέση με μη μουσικούς.

Επίσης οι περιοχές του εγκεφάλου των μουσικών που σχετίζονται με το παίξιμο των οργάνων είναι διευρυμένες. Ετσι εκτείνονται και σε περιοχές που σχετίζονται με κινητικές και ακουστικές ικανότητες, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που αγγίζουν και τις περιοχές οι οποίες αφορούν την κατανόηση της ομιλίας.

Τα ευρήματα αυτά δεν είναι περίεργα: η μουσική και η ομιλία έχουν πολλά κοινά. Παραδείγματος χάριν αξιοποιούν τον τόνο και τη χρονικότητα προκειμένου να καταστήσουν σαφές ένα νόημα, ενώ και οι δύο απαιτούν ενεργοποίηση της μνήμης και της προσοχής, λένε οι ερευνητές.

Περισσότερες από μία μελέτες έχουν δείξει ότι οι εγκέφαλοι των παιδιών που μαθαίνουν μουσική εμφανίζουν μεγαλύτερη νευρωνική δραστηριότητα ως ανταπόκριση σε αλλαγές του τόνου κατά την ομιλία σε σχέση με άμουσα παιδιά.

Ετσι τα παιδιά που μαθαίνουν μουσική εμφανίζουν και ενισχυμένες γλωσσικές ικανότητες: είναι σε θέση να εντοπίσουν συναισθηματικές διαβαθμίσεις στην ομιλία καθώς επίσης και να αντιληφθούν καλύτερα αν μια πρόταση είναι καταφατική ή ερωτηματική.

Τέλος τα παιδιά που μαθαίνουν μουσική είναι ικανότερα να αντιλαμβάνονται το νόημα της ομιλίας μέσα σε ένα θορυβώδες περιβάλλον, ενώ αποδεικνύονται και καλύτεροι μαθητές ξένων γλωσσών.

Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα των επιστημόνων είναι ότι τα οφέλη της μουσικής εκπαίδευσης δεν σταματούν μόνο στην ίδια τη μουσική αλλά ενισχύουν την πνευματική ανάπτυξη των παιδιών.

http://www.tovima.gr

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Γιατί η ενσυναίσθηση του πόνου των άλλων είναι εγκεφαλική λειτουργία







Το ότι οι άνθρωποι -αλλά και τα περισσότερα ανώτερα θηλαστικά- είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται, να συναισθάνονται και να βιώνουν τα αισθήματα της χαράς ή του πόνου που αισθάνεται ένα τρίτο πρόσωπο είναι μια κοινότοπη διαπίστωση που επιβεβαιώνεται από την καθημερινή μας εμπειρία.

Λιγότερο κοινότοπη αποδεικνύεται η κατανόηση των νευροεγκεφαλικών μηχανισμών στις οποίες βασίζεται και των βιοψυχολογικών αναγκών που ικανοποιεί αυτή η σχεδόν μαγική ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε, και κυρίως να βιώνουμε σε πρώτο πρόσωπο, τις εσωτερικές και προσωπικές εμπειρίες των άλλων.

Αυτή η αδιαφανής και μέχρι πρόσφατα παρεξηγημένη βιολογική μας ικανότητα, η οποία περιγράφεται από τους ειδικούς ως «ενσυναίσθηση», αποτελεί πλέον αντικείμενο μελέτης των νευροεπιστημών. Χάρη σε αυτόν τον διεπιστημονικό τομέα έρευνας -που περιλαμβάνει τη νευρολογία, τη νευροβιολογία, τη νευροψυχολογία και κάποιες γνωσιακές επιστήμες- αρχίζουμε να κατανοούμε τις νευροφυσιολογικές προϋποθέσεις και τις ψυχοβιολογικές λειτουργίες του φαινομένου της ενσυναίσθησης.

Αν, όπως επιβεβαιώνουν οι πιο πρόσφατες έρευνες, η «ενσυναίσθηση», δηλαδή η μη συνειδητή και συνεπώς η μη λεκτική ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε νοητικά τα προσωπικά βιώματα των συνανθρώπων μας, αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις όχι μόνο της κοινωνικής μας ζωής, αλλά και της βιολογικής επιβίωσής μας ως κοινωνικών όντων, τότε θα πρέπει να βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην αρχιτεκτονική του εγκεφάλου μας: να είναι δηλαδή εγγεγραμμένη στα λειτουργικά νευρωνικά κυκλώματα της πολύπλοκης μηχανής του νου που βρίσκεται μέσα στο κρανίο μας.

Ολα τα ευγενή μας συναισθήματα -η συμπόνια, ο αλτρουισμός, ακόμη και ο έρωτας- εξαρτώνται από αυτή την ιδιαίτερα αναπτυγμένη ικανότητα του είδους μας για ενσυναίσθηση. Για παράδειγμα, η Μαρία, ένα συμπαθητικό κοριτσάκι τριών ετών, βρίσκεται στην παιδική χαρά και βλέπει τον Γιώργο, ένα άγνωστο συνομήλικο παιδάκι, να κλαίει σπαραχτικά επειδή έπεσε από την κούνια.

Η άμεση αντίδρασή της είναι να βάλει κι αυτή τα κλάματα και αμέσως μετά να του προσφέρει την αγαπημένη της κούκλα για να τον παρηγορήσει. Και θα ήταν μεγάλο σφάλμα να πιστέψει κανείς ότι τέτοιες εκδηλώσεις ενσυναίσθησης του πόνου των άλλων αφορούν μόνο τα νήπια. Πώς όμως θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτή την ευχέρεια των περισσότερων ανθρώπων να αναγνωρίζουν και να βιώνουν οι ίδιοι τις εμπειρίες και τα συναισθήματα των άλλων;

Οι σημερινοί νευροεπιστήμονες και οι εξελικτικοί ψυχολόγοι υιοθέτησαν την έννοια «empathy», η οποία ορθά αποδίδεται στα ελληνικά ως «ενσυναίσθηση» και όχι βέβαια ως «εμπάθεια» ή ως «συμπάθεια», έννοιες που έχουν εντελώς διαφορετική σημασία. Στην προσπάθειά μας να ορίσουμε αυτή τη μάλλον ασαφή και σκοτεινή έννοια ανατρέξαμε σε ένα σύγχρονο Λεξικό Ψυχολογίας.

Εκεί βρήκαμε τον ακόλουθο ορισμό: «Η ικανότητα ενός ατόμου να κατανοεί και να συμμερίζεται τα συναισθήματα, τις σκέψεις, και τις ανησυχίες ενός άλλου ανθρώπου "σαν να" ήταν αυτός ο άλλος, διατηρώντας όμως την ακεραιότητά του» (βλ. Λεξικό Ψυχολογίας, εκδ. Τόπος, 2008).

Μολονότι, σχετικά ακριβής, αυτός ο ορισμός περιορίζει την ενσυναίσθηση σε ένα τυπικά ανθρώπινο ψυχολογικό φαινόμενο, παραβλέποντας το γεγονός ότι έχει συχνά διαπιστωθεί σε όλα τα ανώτερα θηλαστικά· και επιπλέον παραλείπει κάθε αναφορά στο πώς αυτή η νοητική λειτουργία αναδύεται πάντα μέσα από συγκεκριμένους νευροψυχολογικούς μηχανισμούς.

Τα μολυσματικά συναισθήματα

Για να κατανοήσουμε πώς η σύγχρονη νευροεπιστήμη επιχειρεί να εξηγήσει αυτό το αινιγματικό βιο-ψυχολογικό φαινόμενο, θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την άποψη της Frederique de Vignemont, διακεκριμένης γνωσιακής νευροψυχολόγου, η οποία έχει από καιρό επικεντρώσει τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα στη μελέτη των μηχανισμών της ανθρώπινης ενσυναίσθησης του πόνου.

Οπως συστηματικά υπογραμμίζει σε πρόσφατα δημοσιευμένα κείμενά της, το συναίσθημα του πόνου είναι διττής φύσεως: πρόκειται για μια εμπειρία αισθητηριακή και ταυτόχρονα συναισθηματική. Σε ένα τυπικά νευρολογικό-αισθητηριακό επίπεδο ανάλυσης οι άνθρωποι αισθάνονται την ένταση του πόνου σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του σώματός τους. Σχεδόν παράλληλα, σε ένα συναισθηματικό - ψυχολογικό επίπεδο ανάλυσης, ο πόνος βιώνεται ως δυσάρεστο συναίσθημα. Συνεπώς, ό,τι οι ειδικοί περιγράφουν ως η «μήτρα του πόνου» περικλείει, από νευροφυσιολογικής απόψεως, δύο διακριτά εγκεφαλικά δίκτυα που ενεργοποιούνται παράλληλα όταν πονάμε: ένα αισθητηριακό και ένα συναισθηματικό.

Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό μας όταν βλέπουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο να σφαδάζει από τον πόνο ή ένα παιδάκι να κλαίει απαρηγόρητο; Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι όχι απλώς αντιλαμβανόμαστε και επεξεργαζόμαστε συνειδητά τον πόνο τους, αλλά, ώς έναν βαθμό, βιώνουμε προσωπικά τον πόνο τους. Πώς όμως είναι δυνατόν να βιώνουμε ή να μοιραζόμαστε το συναίσθημα ενός άλλου προσώπου;

Η νευροεπιστήμη άρχισε να λύνει το αίνιγμα της ενσυναίσθησης

Μόνο τα τελευταία χρόνια, χάρη στην εντυπωσιακή πρόοδο των νευροεπιστημών, αρχίζουμε να κατανοούμε τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την ανάδυση αυτών των αξιοπερίεργων «ψυχολογικών» μας ικανοτήτων.

Για παράδειγμα, από τις πρωτοποριακές έρευνες πάνω στους «νευρώνες - καθρέπτες» προκύπτει ότι η θέα και μόνο του πόνου των άλλων ενεργοποιεί αυτά τα νευρωνικά κυκλώματα που μας επιτρέπουν να βιώνουμε τις συναισθηματικές συνέπειες του πόνου των άλλων μολονότι δεν ασκούνται πάνω στο σώμα μας τα «πραγματικά» αίτια του πόνου.

Χάρη σε πιο πρόσφατες νευροψυχολογικές αναλύσεις των αισθημάτων του πόνου, μεταξύ των οποίων και οι μελέτες της Frederique de Vignemont, αποσαφηνίστηκαν οι διαφορές μεταξύ της ενσυναίσθησης, της συμπάθειας και της μολυσματικής δράσης των αλγογόνων αισθημάτων. Για παράδειγμα, μόλις ο Κωστάκης εμβολιάζεται στην παιδική κλινική, αρχίζει να κλαίει.

Η νοσοκόμα που του κάνει την ένεση νιώθει συμπάθεια, δηλαδή κατανοεί τι αισθάνεται το παιδί, αλλά δεν βιώνει τα αισθήματά του, διαφορετικά θα της ήταν αδύνατον να κάνει καλά τη δουλειά της! Ενώ η μητέρα του παιδιού βιώνει προσωπικά τον πόνο του Κωστάκη, χάρη στη σχέση ενσυναίσθησης που υπάρχει ανάμεσά τους. Αντίθετα, η Μαρία, η μεγαλύτερη αδελφή του παιδιού, στο θέαμα του αδελφού της που κλαίει σπαραχτικά, παγώνει λες και υποβάλλουν την ίδια σε εμβολιασμό. Σε αυτή την περίπτωση, πρόκειται για τη μολυσματική δράση του πόνου: πρόκειται για μια εγωκεντρική και σχεδόν αυτιστική αντίδραση στον πόνο των άλλων.

Ενώ η ενσυναίσθηση και η συμπάθεια αποτελούν ένα άνοιγμα στα συναισθήματα των άλλων, η μολυσματική δράση του πόνου είναι εσωστρεφής· αφού ως ψυχολογική αντίδραση επικεντρωνόμαστε στον ίδιο μας τον εαυτό όταν βρισκόμαστε απέναντι στον πόνο ενός τρίτου προσώπου.

http://www.enet.gr